• 00020asm

Ιστορία

Ο ΤΟΠΟΣ

Αντώνη Ιορδάνογλου, ΟΡΜΥΛΙΑ Προσκυνηματικός Οδηγός, Ίνδικτος 2007.

Όλος ο κάμπος που απλώνεται πέρα από τους μπαξέδες και τους ελαιώνες του μοναστηριού ήταν το ίδιο εύφορος εδώ και χιλιάδες χρόνια. Για αυτό οι προϊστορικοί ένοικοι της Χαλκιδικής ήρθαν εδώ από τη νεολιθική εποχή και έστησαν τους μικρούς τους οικισμούς, δίπλα στα γεμάτα καρπούς καλοποτισμένα από τα νερά του ποταμού Xαβρία χώματα της περιοχής.

Από τους τέσσερεις προϊστορικούς οικισμούς που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα –ο νεολιθικός του Προφήτη Ηλία (4000-2000 π.Χ.), η Πλατειά Τούμπα στα τέλη της 2ης π.Χ. χιλιετίας, του Αγίου Γεωργίου της 2ης π.Χ. χιλιετίας και του Καστριού στα 1000 π.Χ.–, ένας μόνο οικισμός συνέχισε να υπάρχει και στα ιστορικά χρόνια και εξελίχθηκε σε σημαντικότατη πόλη. Είναι ο προϊστορικός οικισμός της Πλατειάς Τούμπας, στη θέση του οποίου δημιουργήθηκε η αρχαία Σερμύλη, μια πόλη-φρουρός ενός σημαντικότατου αρχαίου δρόμου ο οποίος μέχρι σήμερα ονομάζεται Νικητιανή Στράτα και είναι ο δρόμος που ενώνει τη Σιθωνία με τις δυτικές ακτές του Θερμαϊκού και τη Θεσσαλονίκη.

 N7K6457

Κεντρική Χαλκιδική

 N7K5760

Βοτσαλωτό δάπεδο οικίας αρχαίας Ολύνθου

 N7K4039

Αρχαία Όλυνθος

 N7K5778

Αρχαία Όλυνθος

 N7K5781

Αρχαία Όλυνθος

 N7K5743

Αρχαία Όλυνθος

Tη Σερμύλη έχτισαν άποικοι από τη Χαλκίδα. Τα πλοία τους ήρθαν στα μακεδονικά ακρογιάλια πολύ νωρίς, γύρω στον 13ο αιώνα π.Χ., αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Η πόλη άκμασε και έκοβε μάλιστα και ασημένια νομίσματα. Στα χρόνια της Αθηναϊκής Συμμαχίας ήταν η σημαντικότερη στην Χαλκιδική πόλη-αποικία των Χαλκιδέων μετά την Τορώνη. Η συνδρομή της Σερμύλης στα αδηφάγα ταμεία της Αθηναϊκής Συμμαχίας κυμαινόταν από τρία έως επτά τάλαντα, ποσό εξαιρετικά σοβαρό. Τα χρόνια της ακμής δεν κράτησαν, βέβαια, για πάντα. Και αν η Σερμύλη γλύτωσε από τους Πέρσες συμμαχώντας μαζί τους (στα ανήσυχα χρόνια των Περσικών πολέμων), δεν γλίτωσε από τη μανία του Φιλίππου, και το 348 π.Χ. καταρημάχτηκε από τον ανίκητο μακεδονικό στρατό όπως και πολλές άλλες πόλεις της Χαλκιδικής. Τι κι αν ξανάρθαν άνθρωποι στη Σερμύλη; Η παλιά της λάμψη έσβησε οριστικά…

Στην ορμυλιώτικη γειτονιά, εκτός από την διάσημη Σερμύλη, υπήρχε και άλλη μία αρχαία πόλη λιγότερο γνωστή και λιγότερο σημαντική. Λεγόταν Καλλίπολις, βρισκόταν σε κάποια υψώματα βόρεια της Σερμύλης και σε αυτήν ζούσαν μάλλον φτωχοί άνθρωποι, οι οποίοι παρά την φτώχεια τους συνεισέφεραν κι αυτοί την ταπεινή τους συνδρομή στα ταμεία της Αθηναϊκής Συμμαχίας την περίοδο 434-438 π.Χ. Η Καλλίπολις μάλλον γλύτωσε από την λαίλαπα του Φιλίππου και κληρονόμησε το όνομά της σε μια παλαιοχριστιανική πόλη η οποία βρισκόταν εκεί όπου σήμερα βρίσκονται τα λείψανα του Κάστρου Καλλιπόλεως, το οποίο χτίστηκε τον 5ο μ.Χ. αιώνα.

Εκείνα τα πρώτα χρόνια της καινούργιας θρησκείας, στην περιοχή της Ορμύλιας υπήρχε και άλλος ένας παλαιοχριστιανικός οικισμός, βορειοδυτικά από το σημερινό χωριό Βατοπέδι. Οι Ορμυλιώτες αποκαλούν σήμερα τη θέση αυτή Γκβέλι. Και με δεδομένο ότι κάπου εκεί ανακαλύφθηκε άγαλμα της Κυβέλης, είναι μάλλον προφανές πως το «Κυβέλη» έγινε με τα χρόνια Γκβέλι, διαιωνίζοντας έτσι τις μνήμες από την αρχαιότατη ιστορία της περιοχής.

Το νερό κύλησε στον μεγάλο μύλο της Ιστορίας, οι άνθρωποι ζούσαν δημιουργώντας πολιτισμό στην Χαλκιδική, αλλά για την περιοχή της Ορμύλιας δεν έγραψαν και πολλά πράγματα κατά τα πρώτα βυζαντινά χρόνια. Στον οικισμό του Αγίου Γεωργίου Νικήτης υπάρχουν τα ερείπια της Βασιλικής του Σωφρονίου, μια τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική  του πρώτου μισού του 5ου μ.Χ. αιώνα με εντυπωσιακό ψηφιδωτό δάπεδο. Σώζονται, επίσης, αρκετά αρχιτεκτονικά μαρμάρινα μέλη, καθώς και πέντε αναθηματικές επιγραφές, μεταξύ των οποίων και μία που αναφέρει «Ἐπισκόπου Σωφρονίου» – σε αυτήν οφείλει το συγκρότημα την ονομασία του. Στην κεντρική Χαλκιδική άρχισε να αναπτύσσεται ο ορθόδοξος μοναχισμός. Σε σπηλιές, όχθες ποταμών και βαθειές ερημιές, οι πρώτοι αναχωρητές έστηναν τα ταπεινά τους ασκηταριά, μακριά από τον κόσμο και κοντά στον Θεό.

Ένας από αυτούς ήταν ο –μετέπειτα όσιος– Ευθύμιος ο Νέος, ιδρυτής της περίφημης Μονής Περιστερών (αν πάτε από το χωριό Περιστερά στον Χορτιάτη, μην παραλείψετε να δείτε το εκπληκτικό παλαιό Καθολικό της Μονής: πρόκειται για ένα βυζαντινό αριστούργημα!). Ο όσιος Ευθύμιος ασκήτεψε σε τόπους κοντά στα σημερινά Βράσταμα και σε περιοχές βορείως της σημερινής Ορμύλιας. Ένας από τους μαθητές του, μάλιστα, εκάρη μοναχός στην Σερμυλία κώμη, δηλαδή στο χωριό που διατήρησε το αρχαίο όνομα της Σερμύλης και του οποίου δυστυχώς δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση. Είχε πάντως μια ωραία εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, με πολλές στοές. Είναι η πρώτη πληροφορία που έχουμε για την βυζαντινή Ορμύλια και είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθότι συνδέει την ιστορική παρουσία του χωριού με μία από τις ιδρυτικές μορφές του πρώιμου αθωνικού ασκητισμού. Όπως η ιστορία απέδειξε, η σχέση αυτή συνεχίστηκε, με την χάρη του Θεού, ώς τις μέρες μας.

Η Σερμύλη μετονομάστηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους σε Ερμηλία. Υπό το όνομα αυτό περιλαμβανόταν πλέον μια ολόκληρη διοικητική περιφέρεια και όχι μία πόλη ή χωριό. Ήταν το καπετανίκιον της Ερμυλίας, έδρα του οποίου ήταν ένα μεγάλο χωριό, το Κάστρο, που πιθανόν βρισκόταν κοντά στο σημερινό χωριό Ορμύλια. Το 1270, στο Κάστρο ζούσαν χίλιες ψυχές, και γύρω από αυτό υπήρχαν αρκετά χωριουδάκια και μικροί οικισμοί, σημαντικότερα εκ των οποίων ήταν ο Άγιος Ηλίας και ο Σωτήρ. Οι κάτοικοί τους καλλιεργούσαν τα χωράφια τους που αβγάταιναν από τις εύφορες λάσπες και τις προσχώσεις του Χαβρία ποταμού, οι οποίες δημιουργούσαν όλο και περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Πολλά από αυτά τα χωράφια καθώς και άλλες τεράστιες εκτάσεις ανήκαν σε μεγαλόσχημους βυζαντινούς αξιωματούχους. Ένας εξ αυτών ήταν κάποιος ονόματι Θεοδόσιος Σκάρανος, ο οποίος, προτού αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο, δώρισε όλη του την περιουσία, που εκτεινόταν στην περιοχή της Ορμύλιας, στην αγιορειτική Μονή Ξηροποτάμου.

N7K3481

Ευρήματα της βασιλικής του Σωφρονίου [5αι.], Νικήτη

N7K6480

Μετόχι Ι. Μονής Αγίας Αναστασίας

N7K6484

Μετόχι Ι. Μονής Αγίας Αναστασίας

N7K6429

Μετόχι Ι. Μονής Ζωγράφου

 N7k3496

Ευρήματα της βασιλικής του Σωφρονίου [5αι.], Νικήτη

N7K6610

Μετόχι Ι. Μονής Αγίου Παύλου

Έτσι δημιουργείται στον εύφορο κάμπο της Ορμύλιας το πρώτο αγιορείτικο μετόχι, στα τέλη του 13ου αιώνα. Με το πέρασμα των χρόνων, μέσα από δωρεές, εξαγορές και παραχωρήσεις, πολλά ακόμα αγιορείτικα μοναστήρια αποκτούν μετόχια στον πλούσιο χαλκιδικιώτικο κάμπο. Μετόχι στην περιοχή είχαν οι Μονές Μεγίστης Λαύρας, Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Παντοκράτορος, Ζωγράφου, Καρακάλου, Δοχειαρείου, Ξενοφώντος και Εσφιγμένου.

Το βατοπαιδινό μετόχι ήταν το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο από όλα. Οι εκτάσεις του αυξήθηκαν συν τω χρόνω μέσα από αφιερώματα, δωρεές και εξαγορές. Το μετόχι αποτελούνταν από διάφορα κτήρια, και στο κέντρο του υπήρχε ο μεγάλος πύργος που προστάτευε τους μοναχούς από πειρατές και ληστές. Γύρω από τον πύργο χτίστηκαν τα σπίτια των εργατών του μετοχίου. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο χωριό, το οποίο λεγόταν –πώς αλλιώς;– Βατοπαίδι. Το βατοπαιδινό μετόχι καταστράφηκε το 1821, όταν απέτυχε η Επανάσταση στη Χαλκιδική, σύντομα όμως ξαναχτίστηκε. Ύστερα από μερικά χρόνια, το 1842 χτίστηκε και ο Ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το μετόχι ξαναπυρπολήθηκε το 1854, μετά το πέρασμα από εκεί του έλληνα οπλαρχηγού Τσάμη Καρατάσου.

Το 1903 χτίστηκαν τα τελευταία κτήρια του βατοπαιδινού μετοχίου, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. Το σημερινό χωριό Βατοπαίδι ιδρύθηκε από πρόσφυγες οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μετά το 1924. Οκτώ χρόνια αργότερα, απέκτησαν γη για να την καλλιεργούν, η οποία λήφθηκε από τα κτήματα του βατοπαιδινού μετοχίου, τα οποία, φυσικά, απαλλοτριώθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους. Λίγα όμως στρέμματα (περίπου 20), καθώς και τα παλαιά πέτρινα κτήρια, παρέμειναν ιδιοκτησιακά στο Βατοπαίδι μέχρι το 1974, για να γίνουν η μαγιά για μια νέα περίοδο δημιουργίας.

Το άλλο χωριό στη γειτονιά της Μονής, η Ορμύλια, διατήρησε το ιστορικό όνομα της αρχαίας πόλης. Βέβαια, η Ερμηλία κώμη έπαψε κάποια στιγμή να υπάρχει και στη θέση της χτίστηκε το χωριό Κάστρο, για το οποίο μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε ως προς τη θέση του. Οι αγρότες που ζούσαν στο βυζαντινό Κάστρο δεν βίωναν και πολύ ειρηνικές εποχές, ειδικά στις αρχές του 14ου αιώνα και ειδικότερα τη διετία 1307-1309, όταν η Καταλανική Εταιρεία εγκαταστάθηκε στην Χαλκιδική και οι ληστοσυμμορίτες που την απάρτιζαν κατάκλεψαν τον τόπο.

Ο κόσμος στην περιοχή της Ερμυλίας και του Κάστρου αραίωσε. Οι περισσότεροι έφευγαν ψάχνοντας πιο ήσυχες περιοχές. Δύσκολο, όμως, να βρεθούν τέτοιες περιοχές εκείνα τα χρόνια, τότε που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπέφερε από τις τουρκικές επιδρομές. Σε μία από αυτές, το 1330, στις ακτές πλησίον της Ορμύλιας,  κατέφθασαν εξήντα τουρκικά πλοία, αλλά το καταστροφικό τους έργο σταμάτησε ο αυτοκράτορας Καντακουζηνός.

Βέβαια, τα ταραγμένα χρόνια συνεχίστηκαν όσο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία παρέπαιε εξαιτίας των εμφύλιων σπαραγμών. Γι’ αυτό και πολλές μεγάλες εκτάσεις της περιοχής πέρασαν στις αγιορειτικές μονές. Τότε χτίστηκε και ο πύργος στο Mετόχι του Βατοπαιδίου. Οι ταραγμένοι τελευταίοι αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τερματίστηκαν με τον χειρότερο τρόπο, και έτσι η Ορμύλια, τα χωριά και τα χωράφια της πέρασαν σε τούρκικα χέρια.

 N7K2757

Σπήλαιο-ασκητήριο
του οσίου Ευθυμίου του Νέου

 N7K2813

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέα
Καθολικό Μονής Περιστερών

 N7K2776

Κλίμακα του Ασκητηρίου
του Οσίου Ευθυμίου του Νέου

Το χωριό Ορμύλια ήταν συνήθως χάσι (ιδιοκτησία) σουλτάνων και βεζήριδων. Έτσι, οι καημένοι οι κάτοικοί του πλήρωναν αβάσταχτο φόρο στους αδηφάγους ιδιοκτήτες. Ενίοτε, όταν το χωριό δεν μπορούσε να μαζέψει το χαράτσι, οι γέροντές του αποφάσιζαν να πουλήσουν κτήματα σε αγιορείτικα μοναστήρια. Καθώς, όμως, το χαράτσι μεγάλωνε, οι αγρότες δεν άντεχαν και εγκατέλειπαν σταδιακά την περιοχή για να βρουν σε άλλον ήλιο μοίρα. Το χωριό εγκαταλείφθηκε οριστικά τον 17ο αιώνα. Εν τω μεταξύ, οι μετακινήσεις των αγροτικών οικογενειών στην περιοχή και οι αλλαγές στα μετόχια οδήγησαν στη δημιουργία του καινούργιου οικισμού, που ονομάστηκε Καλύβια, στη θέση που βρίσκεται το σημερινό χωριό Ορμύλια.

Με τα χρόνια, τα Καλύβια έλαβαν το όνομα Ορμύλια, το οποίο επιβίωσε για αιώνες, περικλείοντας όλον τον γύρω ευφορότατο κάμπο του δροσερού Χαβρία. Η καινούργια Ορμύλια είχε σπουδαία αγροτική παραγωγή και προκομμένους ανθρώπους. Το δέντρο όμως που την έκανε τότε διάσημη δεν είναι οι ελιές που βλέπετε σήμερα να καλύπτουν με το ασήμι τους λόφους, αλλά οι μουριές. Ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, στην περιοχή άκμαζε η σηροτροφία για την παραγωγή μεταξιού.

Ο συνταγματάρχης William Leake, που πέρασε από την περιοχή το 1806, αναφέρει την ύπαρξη 400-500 αργαλειών για μετάξι σε Πολύγυρο και Ορμύλια. Το χωριό πλούτισε, αλλά η σκιά των αποτυχημένων επαναστάσεων σε Μακεδονία και Χαλκιδική έπεσε βαριά επάνω του και η Ορμύλια το 1821 κάηκε. Η αποτυχημένη επανάσταση του 1854 δεν επηρέασε την αναγέννηση του χωριού, και με τα χρόνια η Ορμύλια απέκτησε καινούργιες εκκλησίες καθώς και ένα εξαιρετικό πέτρινο σχολείο, το 1908, σε σχέδια του Ξενοφώντα Παιονίδη, ο οποίος καταγόταν από την Κασσανδρεία και ως αρχιτέκτονας υπέγραψε πολλά θαυμάσια κτήρια σε ολόκληρη τη Χαλκιδική και στο Άγιον Όρος. Το 1912, η Μακεδονία –και μαζί της η Ορμύλια– ενώθηκε στον κορμό της ελεύθερης Ελλάδας.

Η ιστορία της περιοχής μοιάζει με ένα καλοτυλιγμένο μεγάλο κουβάρι. Μέσα του όμως διακρίνεται η κατακόκκινη κλωστή του ορθόδοξου μοναχισμού, ο οποίος μέσα από του κύκλου τα γυρίσματα επέστρεψε το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα στην πανάρχαια κοιτίδα του, ακμαίος και δυνατός.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Οι σημερινοί επισκέπτες της Μονής, όταν αντικρίζουν το εντυπωσιακό μοναστηριακό συγκρότημα, είναι μάλλον αδύνατο να το φανταστούν σκεπασμένο με κοπριά από τα κοπάδια και γεμάτο φιδοφωλιές. Ακούγεται εφιαλτικό, και όντως έτσι είναι – ή, μάλλον, ήταν. Η ιστορία ξεκινά πολύ μακριά από εδώ – μακρύτερα από τη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος. Ας γυρίσουμε μερικές δεκαετίες πίσω, στα ωραία Τρίκαλα και στα γύρω χωριά. Τη δεκαετία του 1960, όταν ο ορθόδοξος μοναχισμός στην Ελλάδα βρισκόταν σε περίοδο παρακμής, μια ομάδα νέων ανδρών ξεκινούσε τον δύσκολο μοναχικό βίο στους απόκοσμους βράχους των Μετεώρων. Οι νέοι ενθουσιώδεις μοναχοί, εμπνεόμενοι από τις διδαχές του Γέροντά τους, αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού –ο οποίος τότε ήταν ηγούμενος στη Μονή του Μεγάλου Μετεώρου–, εγκαταστάθηκαν στη Μονή των Μετεώρων. Παράλληλα με τους άνδρες, μία ομάδα νεανίδων έπαιρνε τις μεγάλες αποφάσεις για να ακολουθήσει την μοναχική ζωή. Όλες ήσαν πνευματικά τέκνα του Γέροντα Αιμιλιανού.

Οι δύο αδελφότητες εγκαταστάθηκαν στους υπερβατικούς μονόλιθους των Μετεώρων –η ανδρική στο Μεγάλο Μετέωρο και η γυναικεία στην πολύ μικρή Μονή των Αγίων Θεοδώρων– ζώντας παράλληλες ζωές με έναν κοινό στόχο: «…τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν καὶ τἠν ὑψοποιὸν καὶ φιλόθεον τελείωσιν καὶ μακαρίαν θέωσιν». Δεν έμελλε όμως να μονάσουν στα Μετέωρα για πολύ. Οι άνδρες μοναχοί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα Αιμιλιανού, αναζητώντας πιο ήσυχο τόπο για το έργο τους, έφυγαν το 1973 για να επανδρώσουν και να ξαναζωντανέψουν την σχεδόν έρημη Σιμωνόπετρα. Το ιστορικό μοναστήρι, το οποίο έκτισε ο όσιος Σίμων στη θέση που του υπέδειξε ένα άστρο, είναι ίσως το συναρπαστικότερο κτίσμα του Αγίου Όρους: ένα μετέωρο με επταώροφες οικοδομές πάνω στην άκρη του αθωνίτικου γκρεμού. Η Μονή, εξαιτίας αλλεπάλληλων καταστροφικών πυρκαγιών που γνώρισε στην ιστορία της, ήταν τότε σχεδόν άδεια από μοναχούς. Η έλευση της συνοδείας από τα Μετέωρα έλουσε και πάλι το Καθολικό με ψαλμωδίες. Η ζέστη των κεριών, το πυκνό άρωμα από το θυμίαμα, οι προσευχές των νέων μοναχών ζωντάνεψαν τον έρημο βράχο. Με τον ερχομό της η νέα αδελφότητα, με την ηγεσία του Γέροντα Aιμιλιανού, έδωσε νέα πνοή στον αγιορείτικο μοναχισμό προαναγγέλλοντας την ανανέωση που σημειώθηκε στο Περιβόλι της Παναγίας στα χρόνια που ακολούθησαν.

Όταν η ανδρική αδελφότητα άφησε τα Μετέωρα, η γυναικεία –που αριθμούσε ήδη 40 δόκιμες μοναχές– αναζητούσε μόνιμο τόπο εγκατάστασης κάπου κοντά στο Άγιον Όρος. Κατά συνέπεια, ξεκίνησε μια μεταβατική περίοδος αρκετά δύσκολη. Η διαρκής μέριμνα του Γέροντά τους αλλά και των Σιμωνοπετριτών πατέρων δεν άργησε να δώσει λύση.

Τον καιρό εκείνο, στο βατοπαιδινό μετόχι της Oρμύλιας ξεχειμώνιαζαν σαρακατσάνοι βοσκοί παρέα με τα πολυπληθή τους κοπάδια. Κυρίαρχη μονή ήταν η Μονή Βατοπαιδίου. Οι διατυπώσεις προχώρησαν, τα χρήματα για την εξαγορά βρέθηκαν –παρά το ενδιαφέρον που υπήρχε από ιδιώτες ώστε το μετόχι να αξιοποιούνταν τουριστικά– και έτσι, στις 20 Απριλίου του 1974, το βατοπαιδινό μετόχι της Ορμύλιας μεταβιβάζεται στην κυριότητα της Σιμωνόπετρας. Οι μοναχές έρχονται και εγκαθίστανται στο μετόχι.

10old

Το παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι

13old

Η είσοδος του παλαιού μετοχίου
Στο βάθος ο παλαιός ναός του Ευαγγελισμού

%ce%bc 8 1

Το παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι

%ce%bc 9

Το παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι

Η ερήμωση που τις υποδέχτηκε ήταν σχεδόν πλήρης. Το μετόχι ήταν κάτι ανάμεσα σε στάνη και άθλια ερείπια. Πέτρινοι σκελετοί αδειανών κτηρίων και σκοτεινά ανοίγματα που έχασκαν χωρίς κουφώματα, είχαν μετατραπεί σε καταφύγιο για τα νυχτοπούλια και τα φίδια. Οι σαΐτες, οι οχιές και οι κουκουβάγιες είχαν γίνει –μαζί με τους νομάδες Σαρακατσάνους– οι νομείς του χώρου. Οι αδελφές συμφιλιώθηκαν αμέσως με την εικόνα, διότι γνώριζαν πως οι μεγάλες μορφές του μοναχισμού ασκήτεψαν σε πολύ χειρότερους τόπους. Οπλίστηκαν με κουράγιο και ενθουσιασμό για τη μοναχική ζωή και αποφάσισαν να κάνουν γη κατοικήσιμη την ερημιά – την δική τους πλέον ερημιά.

Η πρώτη θεία Λειτουργία τελέσθηκε στο παλαιό εκκλησάκι του Ευαγγελισμού, στις 5 Ιουλίου του 1974, μέρα σημαδιακή, κατά την οποία στο Άγιον Όρος εορτάζουν την μνήμη του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, ιδρυτού του αγιορειτικού κοινοβιακού μοναχισμού. Εκείνη την ημέρα ο Άγιος, ψηλά από τους γαλανούς ουρανούς της Χαλκιδικής, ευλογούσε τον ωκεανό μόχθου στον οποίο βούτηξαν οι νέες προκειμένου να μεταμορφώσουν τον έρημο τόπο σε ιερό.

Επικεφαλής σε τούτη την προσπάθεια –όπως και στις υπόλοιπες και δυσκολότερες, δηλαδή τις πνευματικές– ήταν και παραμένει η γερόντισσα Νικοδήμη, ηγουμένη της αδελφότητος. Aυτή δίνει την έμπνευση, την χαρά και την ασφάλεια στον δρόμο της μοναχικής τελείωσης των αδελφών. Στην προσπάθεια συμμετείχαν με κάθε τρόπο και οι πατέρες της Σιμωνόπετρας καθώς και ο τότε Μητροπολίτης Κασσανδρείας Συνέσιος. Το ίδιο και οι πιστοί αγρότες από τα γύρω χωριά. Σκεφθείτε πόσο μεγάλο ήταν το κατόρθωμα! Μετάβαλαν το ερείπιο σε μοναχικό καταφύγιο, και μάλιστα με ελάχιστα μέσα, που προέρχονταν από τις προσφορές των ευσεβών γειτόνων τους. Παρά τις φοβερές δυσκολίες, τα χρόνια εκείνα ήταν γόνιμα και το φρόνημα των μοναζουσών ατσαλώθηκε. Όσοι βίωσαν εκείνη την εποχή, μιλούν για ένα μελίσσι που μοχθώντας αδιάκοπα έχτιζε, αποκαθιστούσε, διαμόρφωνε το έρημο μετόχι, χωρίς να προδίδει ούτε για μία στιγμή τον αρχικό και αιώνιο σκοπό των μοναχών, την βαθειά εσωτερική και λατρευτική ζωή.

Φάρος πάμφωτος στην πορεία αυτή, ο πνευματικός πατέρας της αδελφότητος, ο Γέροντας Αιμιλιανός. Η διδασκαλία του σφραγίζει κάθε στιγμή και κάθε έκφραση του κοινοβίου. Ο Γέροντας Αιμιλιανός, την 5η Μαΐου του 1975, παραδίδει το Τυπικόν θέτοντας έτσι τον θεμέλιο λίθο στην μοναστική παράδοση του Ιερού Κοινοβίου. Με τις διδαχές του στηρίζει και παρακινεί τις μοναχές στον τιτάνιο αγώνα τους. Προφητικά θα ακουστούν τα λόγια του: «Το γεμάτο κοπριές κτήριο θα είναι γεμάτο από ψυχές οι οποίες θα δοξολογούν τον Θεόν και μέσα εις την υλιστικότητα της εποχής μας θα είναι πνεύματα τα οποία κάθε ημέρα θα στέκουν μεταξύ γης και ουρανού, σαν να μην είναι άνθρωποι αυτής της γης, αλλά σαν να είναι ουράνιοι άνθρωποι, σαν να είναι άγγελοι που κατέβηκαν από τον ουρανόν για να μας διδάξουν τι θέλει από εμάς ο Θεός, ο οποίος οπωσδήποτε δεν θέλει τίποτε άλλο από το να εφαρμόζωμε τον νόμον του και να τον αγαπάμε».

Αρχικά, το καλύτερα διατηρημένο κτήριο του Μετοχίου μετετράπη σε στέγη για την νεοσύστατη αδελφότητα. Αντί για κουφώματα, πήχες με νάιλον έκλειναν τα ανοίγματα – λύση ανάγκης, λύση φτωχική, αλλά λύση. Η κοπριά φεύγει από τις αυλές και φαίνεται το πλακόστρωτο. Οι τοίχοι βάφονται, και σιγά σιγά το παλιό μετόχι αρχίζει να γίνεται μοναστήρι. Στην πορεία, νέες δόκιμες προσετέθησαν στην αδελφότητα. Καινούργιες πτέρυγες χτίστηκαν, και στις 14 Σεπτεμβρίου του 1980 θεμελιώνεται το Καθολικό από τον μητροπολίτη Κασσανδρείας Συνέσιο.

Οι επισκέπτες συνέρρεαν, κάτι που οδήγησε στην δημιουργία νέου αρχονταρικιού. Χτίστηκαν νέα βοηθητικά κτήρια, εργαστήρια, κελλιά, νέες πύλες, τράπεζα, ενώ έγιναν διαμορφώσεις του περιβάλλοντος χώρου. Η Μονή της Ορμύλιας αναδύεται σταδιακά, μέσα από τα ερείπια ενός αγιορείτικου μετοχίου και ανάμεσα στους ασημένιους ελαιώνες, μέσα από την πολύχρονη ιστορία του ορθόδοξου μοναχισμού σε έναν τόπο πολλαπλά ευλογημένο από την ασκητική ζωή. Το Μετόχι, την 25η Οκτωβρίου του 1991, με συγγιλιώδες γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, έλαβε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία.

Scroll Up